Μετάφραση του "double" σε Ελληνικά

Οι διπλός, διπλάσιος, διπλασιάζω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "double" σε Ελληνικά.

double adjective noun verb masculine γραμματική

Deux fois la quantité de. [..]

+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • διπλός

    adjective masculine

    Si vous voulez le double du tarif, je veux que tout soit fait deux fois plus vite.

    Αν πληρώσω τα διπλά, τότε θα πρέπει να γίνει στον μισό χρόνο.

  • διπλάσιος

    adjective

    Regarde, le ver a déjà doublé sa vitesse.

    Εδώ τρέχει ήδη με τη διπλάσια ταχύτητα απ οτι άρχισε.

  • διπλασιάζω

    verb

    Ce que je sais c'est que le prix est double si t'es crevé.

    Αυτό που ξέρω, είναι ότι διπλασιάζεται εάν σε παραδώσουμε νεκρό.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • αντίγραφο
    • διπλώνομαι
    • δυπλός
    • ξύλινα πνευστά όργανα
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " double " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "double"

Φράσεις παρόμοιες με "double" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "double" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη