Μετάφραση του "douteuse" σε Ελληνικά
Το αμφίβολος είναι η μετάφραση του "douteuse" σε Ελληνικά.
douteuse
noun
adjective
feminine
γραμματική
-
αμφίβολος
adjective masculineLeur caractère spontané et irréfléchi paraît donc douteux.
Ο αυθόρμητος και απερίσκεπτος χαρακτήρας τους είναι, επομένως, αμφίβολος.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " douteuse " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "douteuse" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
άδηλος · αβέβαιος · αμφίβολος · αμφιλεγόμενος · αναξιόπιστος · αναποφάσιστος · ύποπτος
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη