Μετάφραση του "drain" σε Ελληνικά
Το αυλάκι είναι η μετάφραση του "drain" σε Ελληνικά.
drain
noun
masculine
Conduit permettant à un liquide de couler à l'extérieur d'un volume fermé. [..]
-
αυλάκι
noun
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " drain " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη