Μετάφραση του "duc" σε Ελληνικά

Το δούκας είναι η μετάφραση του "duc" σε Ελληνικά.

duc noun masculine γραμματική

Titre nobiliaire le plus haut de la hiérarchie héraldique placé immédiatement sous celui du prince.

+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • δούκας

    noun masculine

    τίτλος ευγένειας Ευρωπαϊκών χωρών, ο οποίος παλαιότερα, στη Βυζαντινή αυτοκρατορία αφορούσε στρατιωτικό διοικητή περιοχής

    Le duc de Calgary met sa fausse barbe.

    Ο δούκας του Κάλγκαρυ σηκώνεται και φοράει ένα ψεύτικο μούσι.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " duc " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "duc" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "duc" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη