Μετάφραση του "dumping" σε Ελληνικά
Οι ντάμπινγκ, ξεφόρτωμα μετοχών είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "dumping" σε Ελληνικά.
dumping
noun
masculine
-
ντάμπινγκ
οικονομία
L'enquête sur les pratiques de dumping a couvert l'année civil 1984.
Η έρευνα ως προς την ύπαρξη ντάμπινγκ κάλυψε το ημερολογιακό έτος 1984.
-
ξεφόρτωμα μετοχών
noun
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " dumping " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "dumping" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
κοινωνικό ντάμπινγκ
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη