Μετάφραση του "dysphorie" σε Ελληνικά

Το δυσφορία είναι η μετάφραση του "dysphorie" σε Ελληνικά.

dysphorie noun feminine
+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • δυσφορία

    noun feminine

    Cet état est également connu sous la dénomination «dysphorie de genre» ou «trouble de l’identité sexuelle».

    Η κατάσταση αυτή είναι επίσης γνωστή ως δυσφορία γένους ή ως διαταραχή ταυτότητας φύλου.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " dysphorie " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "dysphorie" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "dysphorie" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη