Μετάφραση του "effraction" σε Ελληνικά
Το διάρρηξη είναι η μετάφραση του "effraction" σε Ελληνικά.
effraction
noun
feminine
γραμματική
-
διάρρηξη
noun feminineOn ne peut pas l'arrêter, ni l'accuser d'être entré chez elle par effraction, Carla a laissé la clé.
Δεν γίνεται να τον πιάσουμε για διάρρηξη, γιατί η Κάρλα τού άφησε κλειδί.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " effraction " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "effraction" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
κλοπή με διάρρηξη
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη