Μετάφραση του "elliptique" σε Ελληνικά
Το ελλειπτικός είναι η μετάφραση του "elliptique" σε Ελληνικά.
elliptique
adjective
noun
masculine
feminine
γραμματική
-
ελλειπτικός
C'est peut-être cette manière inhabituelle et elliptique de présenter le document qui est la cause d'une omission ponctuelle.
Ο ασυνήθης και ελλειπτικός αυτός τρόπος παρουσίασης του κειμένου είναι ίσως η αιτία μιας μεμονωμένης παράλειψης.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " elliptique " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "elliptique" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Ελλειπτική καμπύλη
-
Κρυπτογραφία ελλειπτικών καμπυλών
-
Ελλειπτική γεωμετρία
-
Ελλειπτικός γαλαξίας
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη