Μετάφραση του "elliptique" σε Ελληνικά

Το ελλειπτικός είναι η μετάφραση του "elliptique" σε Ελληνικά.

elliptique adjective noun masculine feminine γραμματική
+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ελλειπτικός

    C'est peut-être cette manière inhabituelle et elliptique de présenter le document qui est la cause d'une omission ponctuelle.

    Ο ασυνήθης και ελλειπτικός αυτός τρόπος παρουσίασης του κειμένου είναι ίσως η αιτία μιας μεμονωμένης παράλειψης.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " elliptique " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "elliptique" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "elliptique" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη