Μετάφραση του "empester" σε Ελληνικά

Οι μυρίζω, βρομάω, βρομοκοπάω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "empester" σε Ελληνικά.

empester verb γραμματική

Avoir une odeur très désagréable.

+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • μυρίζω

    verb

    Elle empestera le tabac quand elle rentrera et d'autres choses innommables.

    Θα γυρίσει και θα μυρίζει καπνό και άλλα ακατονόμαστα.

  • βρομάω

    verb
  • βρομοκοπάω

    verb
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • βρομοκοπώ
    • βρομώ
    • ζέχνω
    • όζω
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " empester " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "empester" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη