Μετάφραση του "empirique" σε Ελληνικά
Το εμπειρικός είναι η μετάφραση του "empirique" σε Ελληνικά.
empirique
adjective
noun
masculine
γραμματική
Qui se base sur ou est dérivé d'observations ou d'expériences.
-
εμπειρικός
masculineoù KF est un facteur empirique qui tient compte de la polarité de la substance
όπου KF είναι ένας εμπειρικός συντελεστής που έχει σχέση με την πολικότητα της ουσίας
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " empirique " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "empirique" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Εμπειρική σχέση
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη