Μετάφραση του "encoche" σε Ελληνικά

Οι εγκοπή, τόρμος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "encoche" σε Ελληνικά.

encoche verb noun feminine
+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • εγκοπή

    noun

    L’extrémité pointue comporte une encoche, mais elle n’est pas fendue.

    Το κωνικό άκρο έχει εγκοπή και δεν είναι διχαλωτό.

  • τόρμος

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " encoche " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "encoche" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη