Μετάφραση του "endettement" σε Ελληνικά
Οι χρέος, οικονομική δέσμευση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "endettement" σε Ελληνικά.
endettement
noun
masculine
γραμματική
-
χρέος
noun neuterToi et Jan allez rencontrer un conseiller en endettement.
Θα κανονίσω σ'εσένα και την Τζαν συνάντηση με σύμβουλο στα χρέη.
-
οικονομική δέσμευση
noun
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " endettement " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη