Μετάφραση του "endormi" σε Ελληνικά

Οι κοιμισμένος, νυσταγμένος, κοιμήσης είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "endormi" σε Ελληνικά.

endormi adjective verb masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • κοιμισμένος

    particle masculine

    Le tourisme reste en grande partie un géant endormi dans les États membres.

    Ο τουρισμός παραμένει σε μεγάλο βαθμό ο κοιμισμένος γίγαντας στα κράτη μέλη.

  • νυσταγμένος

    particle

    Hum, je me sens déjà endormi.

    Αισθάνομαι ήδη πιο νυσταγμένος.

  • κοιμήσης

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • κοιμώμενος
    • νυσταλέος
    • αδρανής
    • αποκοιμισμένος
    • υπναράς
    • αφηρημένος
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " endormi " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "endormi" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • αποκοιμίζω · βαυκαλίζω · κοιμίζω · ναρκώνω · ύπνος
  • αποκοιμίζω · βαυκαλίζω · κοιμίζω · ναρκώνω · ύπνος
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "endormi" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη