Μετάφραση του "enduire" σε Ελληνικά
Οι χρίω, επαλείφω, μυρώνω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "enduire" σε Ελληνικά.
enduire
verb
γραμματική
-
χρίω
verbAutres tissus imprégnés, enduits ou recouverts; toiles peintes pour décors de théâtres, fonds d'atelier ou usages analogues
Άλλα υφάσματα εμποτισμένα, επιχρισμένα ή επικαλυμμένα. Υφάσματα ζωγραφισμένα για σκηνικά θεάτρων, παραπετάσματα εργαστηρίων ή για ανάλογες χρήσεις
-
επαλείφω
verb -
μυρώνω
-
αλείβω
verb
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " enduire " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη