Μετάφραση του "engouement" σε Ελληνικά

Οι τρέλα, ενθουσιασμός, πάθος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "engouement" σε Ελληνικά.

engouement noun masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • τρέλα

    noun

    Ils ont déclenché cet engouement.

    Είναι αυτοί που ξεκίνησαν αυτή την τρέλα.

  • ενθουσιασμός

    noun

    Depuis que je t'ai rencontré, Je réalise que mon intérêt pour Sheeni était simplement un engouement d'adolescent.

    Από τότε που σε γνώρισα,... κατάλαβα πως με την Σίνι ήταν μόνο ενθουσιασμός.

  • πάθος

    noun neuter

    Ton engouement pour lui a infecté ma fille!

    Το πάθος σου για κείνον, επηρέασε την κόρη μου!

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " engouement " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "engouement" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη