Μετάφραση του "entreprise" σε Ελληνικά
Οι επιχείρηση, εταιρεία, εταιρία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "entreprise" σε Ελληνικά.
Activité assidue ou persistante. [..]
-
επιχείρηση
noun feminineUne activité, position ou site associé avec un commerce ou le gain de ressources. [..]
D'autre part, l'utilisation des méthodes de gestion prévisionnelle au niveau des entreprises doit être encouragée.
Ακόμη πρέπει να ενισχυθεί η χρήση μεθόδων προεκτιμητικής διαχειρίσεως σε επίπεδο επιχειρήσεων.
-
εταιρεία
noun feminineAu contraire, une telle évaluation est encore plus pertinente lorsque l’État est client d’une de ses propres entreprises.
Αντίθετα, η αξιολόγηση αυτή επιβάλλεται ακόμη περισσότερο όταν το κράτος είναι πελάτης μιας εκ των εταιρειών του.
-
εταιρία
noun feminineUne entreprise a dépensé des millions de dollars pour le développer.
Μια εταιρία ξόδεψε εκατομμύρια δολάρια για να το αναπτύξει.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- κλάδος
- επιχειρήσεις
- κερδοσκοπική δραστηριότητα
- εγχείρημα
- παρέα
- έργο
- εργολαβία
- απόπειρα
- λόχος
- οίκος
- συντροφιά
- εμπορική επιχείρηση
- επίπονη προσπάθεια
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " entreprise " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "entreprise" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
κλείσιμο επιχείρησης
-
συνεργασία
-
ευρωπαϊκή επιχείρηση
-
σιδηροδρομική εταιρεία
-
εσωτερικός στην εταιρεία
-
ιδιωτική επιχείρηση
-
κοινή επιχείρηση ΕΚΑΕ
-
επιχείρηση μίσθωσης