Μετάφραση του "envergure" σε Ελληνικά

Οι κλίμακα, διαμέτρημα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "envergure" σε Ελληνικά.

envergure noun feminine γραμματική

Somme totale de tous les produits d'un projets et de leurs besoins ou caractéristiques.

+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • κλίμακα

    noun feminine

    Ces instruments impliquent généralement que des contrats de petite envergure soit conclus directement avec la Commission.

    Τα μέσα αυτά συνεπάγονται κανόνα τη σύναψη συμβάσεων μικρής κλίμακας απευθείας με την Επιτροπή.

  • διαμέτρημα

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " envergure " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "envergure" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη