Μετάφραση του "ergot" σε Ελληνικά

Οι τσιγκλίζω, εξοπλίζω με σπιρούνια είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "ergot" σε Ελληνικά.

ergot noun masculine γραμματική

Une sorte de petite pointe osseuse ou cornée pointant vers l'arrière, près du pied de certains oiseaux galliformes mâles.

+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • τσιγκλίζω

    verb
  • εξοπλίζω με σπιρούνια

    verb
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " ergot " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "ergot"

Φράσεις παρόμοιες με "ergot" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "ergot" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη