Μετάφραση του "euphorique" σε Ελληνικά

Οι ευφορικός, ευφρόσυνος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "euphorique" σε Ελληνικά.

euphorique adjective masculine γραμματική

Qui a un sentiment de plaisir intense.

+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ευφορικός

    adjective masculine

    Après mon premier ortolan, j'étais euphorique.

    Αφότου έφαγα το πρώτο μου τσιχλόνι, ήμουν ευφορικός.

  • ευφρόσυνος

    adjective masculine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " euphorique " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "euphorique" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη