Μετάφραση του "exploit" σε Ελληνικά

Οι άθλος, κατόρθωμα, επίτευγμα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "exploit" σε Ελληνικά.

exploit noun masculine γραμματική

Action qui requière une grande dextérité pour être effectuée avec succès.

+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • άθλος

    noun masculine

    Votre équipe finit aux 3 premières places, c'est un exploit.

    Οι τρείς πρώτες θέσεις από την ίδια ομάδα είναι αξιοσημείωτος άθλος σε αυτόν τον αγώνα.

  • κατόρθωμα

    noun neuter

    Quand vous êtes le seul homme sur Terre capable de réaliser un tel exploit.

    Όταν είσαι ο μοναδικός στη Γη που μπορεί να φτιάξει τέτοιο κατόρθωμα.

  • επίτευγμα

    noun neuter

    Ce qui a été accompli est le plus grand exploit dans l'histoire de la science organisée.

    Αυτό ήταν το μεγαλύτερο επίτευγμα της οργανωμένης επιστήμης στην ιστορία.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • ανδραγάθημα
    • ανδρεία
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " exploit " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "exploit" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • άθλος · ανδραγαθία · επίτευγμα · κατόρθωμα
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "exploit" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη