Μετάφραση του "exporter" σε Ελληνικά

Οι εξάγω, εξαγωγή, αναφορτώνω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "exporter" σε Ελληνικά.

exporter verb γραμματική

Envoyer, prendre ou emporter un article de commerce hors du pays.

+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • εξάγω

    verb

    Sont considérés comme entièrement obtenus dans une partie contractante, lorsqu'ils sont exportés vers une autre partie contractante:

    Θεωρούνται ως εξ ολοκλήρου παραγόμενα σε ένα συμβαλλόμενο μέρος όταν εξάγονται σε άλλο συμβαλλόμενο μέρος:

  • εξαγωγή

    noun feminine

    Envoyer, prendre ou emporter un article de commerce hors du pays.

    a) de l'identité entre le produit exporté et le produit importé préalablement et

    α) το προς εξαγωγή προϊόν και το προϊόν που είχε εισαχθεί προηγουμένως είναι ένα και το αυτό.και

  • αναφορτώνω

    verb
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " exporter " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "exporter" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη