Μετάφραση του "fermier" σε Ελληνικά

Οι αγρότης, κτηνοτρόφος, γεωργός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "fermier" σε Ελληνικά.

fermier adjective noun masculine γραμματική

Personne dont le travail est de cultiver la terre ou élever du bétail, notamment dans une ferme.

+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αγρότης

    noun masculine

    Vous êtes meilleur chirurgien que je n'étais fermier.

    Είσαι καλύτερος χειρουργός απ'ό, τι ήμουν εγώ ως αγρότης.

  • κτηνοτρόφος

    noun masculine

    Les fermiers néerlandais ont connu l'effet de telles mesures dans le passé.

    Οι ολλανδοί κτηνοτρόφοι έχουν βιώσει τις επιπτώσεις τέτοιων μέτρων στο παρελθόν.

  • γεωργός

    noun m;f

    Malheureusement, les fermiers polonais sont liés par les dispositions de l'Union.

    Δυστυχώς, όμως, οι πολωνοί γεωργοί δεσμεύονται από τις διατάξεις της Ένωσης.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • αγρότισσα
    • ιδιοκτήτης φάρμας
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " fermier " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "fermier"

Φράσεις παρόμοιες με "fermier" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • αγρότης · γεωργός · ιδιοκτήτης φάρμας · κτηνοτρόφος
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "fermier" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη