Μετάφραση του "fier" σε Ελληνικά
Οι υπερήφανος, περήφανος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "fier" σε Ελληνικά.
fier
adjective
verb
masculine
γραμματική
Qui est très satisfait par quelque chose ou quelqu'un qui est très honorable ou ou dont on est en partie responsable.
-
υπερήφανος
adjectiveMes chers collègues, je suis fière que ce soit notre Assemblée qui ait pris l'initiative.
Αγαπητοί μου συνάδελφοι, είμαι υπερήφανος που την πρωτοβουλία την έλαβε αυτό το Σώμα.
-
περήφανος
adjectiveJe suis très fier de mon fils.
Είμαι πολύ περήφανος για τον γιό μου.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " fier " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "fier" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Α
-
καμαρώνω
-
τσούλα
-
εμπιστεύομαι
-
φανφαρόνος
-
καμαρώνω
-
εμπιστεύομαι
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη