Μετάφραση του "fin" σε Ελληνικά

Οι τέλος, τέρμα, ψιλός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "fin" σε Ελληνικά.

fin adjective noun masculine feminine γραμματική

Terminaison [..]

+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • τέλος

    noun neuter

    χρονικό ή τοπικό όριο

    Le film était ennuyeux ; le meilleur moment, c'était la fin.

    Η ταινία ήταν βαρετή. Το καλύτερο σημείο ήταν το τέλος.

  • τέρμα

    noun neuter

    Elle met fin au transfert lorsqu’elle constate que ces conditions ne sont plus remplies.»

    Αν διαπιστώσει ότι οι όροι αυτοί δεν πληρούνται πλέον θέτει τέρμα στη μεταφορά.»

  • ψιλός

    adjective

    Mince|1

    J'ai passé les relevés de Culter au peine fin.

    Πέρασα τα οικονομικά του Cutler με την ψιλή.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • λεπτός
    • λήξη
    • πέρας
    • τερματισμός
    • στόχος
    • κατάληξη
    • απόφαση
    • άκρο
    • θάνατος
    • τελείωμα
    • άκρη
    • όριο
    • συμπέρασμα
    • ντελικάτος
    • εντάξει
    • τέλη
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " fin " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Fin
+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Τέλος

    Le film était ennuyeux ; le meilleur moment, c'était la fin.

    Η ταινία ήταν βαρετή. Το καλύτερο σημείο ήταν το τέλος.

  • Τελική οντότητα

Εικόνες με "fin"

Φράσεις παρόμοιες με "fin" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "fin" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη