Μετάφραση του "financer" σε Ελληνικά
Οι χρηματοδοτώ, επιχορηγώ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "financer" σε Ελληνικά.
financer
verb
γραμματική
Emprunter ou donner des fonds pour une transaction ou un projet.
-
χρηματοδοτώ
verbLe budget est financé par les contributions des États membres et par d'autres recettes occasionnelles.
Ο προϋπολογισμός χρηματοδοτείται από τις συνεισφορές των κρατών μελών και άλλα περιστασιακά έσοδα.
-
επιχορηγώ
verb
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " financer " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "financer" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
διεθνή δημοσιονομικά
-
δημόσια οικονομικά τοπικής αυτοδιοίκησης · τοπική χρηματοδότηση
-
δημοσιονομικό δίκαιο · δημοσιονομικός νόμος
-
ΔΟΥ
-
back office
-
φοροεισπράκτορας
-
Δημόσια οικονομία · δημόσια οικονομικά
-
Χρηματοοικονομικά · επιδότηση · χρηματοδότηση · χρηματοοικονομικά
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη