Μετάφραση του "fixer" σε Ελληνικά
Οι καθορίζω, στερεώνω, δένω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "fixer" σε Ελληνικά.
fixer
verb
γραμματική
faire accompagner (quelqu’un)
-
καθορίζω
verbLe taux d'intérêt sur la participation de l'intermédiaire financier est fixé sur la base du marché.
Το επιτόκιο που επιβάλλεται στη συμμετοχή του ενδιάμεσου φορέα χρηματοδότησης καθορίζεται σύμφωνα με τους όρους της αγοράς.
-
στερεώνω
verb -
δένω
verbUrsula, ventile pendant que je fixe.
Ούρσουλα, κάνε αέρα όσο δένω αυτό.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- ορίζω
- προσδιορίζω
- σετ
- ρυθμίζω
- βάζω
- κατανέμω
- κανονίζω
- προσθέτω
- ασφαλίζω
- δένομαι
- διαμοιράζω
- κολλώ
- προσδένω
- στερεώνομαι
- ετοιμάζομαι
- αποθέτω
- τραβάω
- φυτεύω
- νέμω
- τραβώ
- συμπληρώνω
- τοποθετώ σε χώμα
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " fixer " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "fixer" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
εμμονή · ιδεοληψία · μανία · ψυχαναγκασμός
-
αμετάβλητος · δοσμένος · καθορισμένος · σταθερός
-
σταθερή τιμή
-
σταθερό πλέγμα
-
επιτραπέζιος υπολογιστής
-
ήλιος
-
σταθερή κατανάλωση υλικών
-
έργο με προκαθορισμένη τιμή
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη