Μετάφραση του "flou" σε Ελληνικά
Οι αμυδρός, ασαφής, θαμπός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "flou" σε Ελληνικά.
flou
adjective
noun
masculine
γραμματική
Avec un sens diffus ; dit nébuleusement ; pas clair, et incertain ; non factuel ; exprimé de façon peu précise. [..]
-
αμυδρός
adjective masculineπου δεν φαίνεται καθαρά
-
ασαφής
adjective masculineLa distinction entre caractère économique et non économique reste floue et incertaine.
Όμως, η διάκριση μεταξύ οικονομικού και μη οικονομικού χαρακτήρα παραμένει ασαφής και αόριστη.
-
θαμπός
adjective masculine
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- δυσδιάκριτος
- θολός
- συγκεχυμένος
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " flou " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "flou" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
ασαφής λογική
-
Bloom
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη