Μετάφραση του "fluorescence" σε Ελληνικά
Οι φθορισμός, Φθορισμός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "fluorescence" σε Ελληνικά.
fluorescence
noun
feminine
γραμματική
-
φθορισμός
Cette fluorescence disparaît rapidement après la fin de l’exposition au rayonnement laser.
Ο φθορισμός αυτός εκλείπει σε σύντομο χρόνο μετά την παύση της ακτινοβολήσεως.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " fluorescence " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
Fluorescence
-
Φθορισμός
émission lumineuse provoquée par l'excitation d'une molécule immédiatement suivie d'une émission spontanée
Cette fluorescence disparaît rapidement après la fin de l’exposition au rayonnement laser.
Ο φθορισμός αυτός εκλείπει σε σύντομο χρόνο μετά την παύση της ακτινοβολήσεως.
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη