Μετάφραση του "foin" σε Ελληνικά
Οι σανός, χόρτο, άχυρο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "foin" σε Ελληνικά.
foin
noun
masculine
γραμματική
-
σανός
noun masculineLe foin ainsi obtenu est ensuite conditionné et entreposé.
Ο σανός που δημιουργείται με τον τρόπο αυτό υφίσταται στη συνέχεια επεξεργασία και αποθηκεύεται..
-
χόρτο
noun neuter11 kilos de foin.
Και τρώει 12 κιλά χόρτο.
-
άχυρο
noun neuterEn automne et en hiver, elles consomment du foin provenant de pâturages situés dans l’aire géographique délimitée.
Το φθινόπωρο και το χειμώνα, καταναλώνουν άχυρο προερχόμενο από χορτολιβαδικές εκτάσεις της οριοθετημένης γεωγραφικής περιοχής.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- σανό
- άχυρα
- φασαρία
- χορτάρι
- αναμπουμπούλα
- σαματάς
- αναταραχή
- αναστάτωση
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " foin " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "foin"
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη