Μετάφραση του "fon" σε Ελληνικά

Το Φον είναι η μετάφραση του "fon" σε Ελληνικά.

fon noun masculine γραμματική

Langue gbe parlée principalement au Bénin par le peuple Fon.

+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Φον

    Fon, nous devons coudre les blessures de ces quatres personnes.

    Φον πρέπει να κλείσουμε τις πληγές με ράμματα.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " fon " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "fon" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη