Μετάφραση του "forcer" σε Ελληνικά
Οι πιέζω, αναγκάζω, υποχρεώνω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "forcer" σε Ελληνικά.
Avoir une relation sexuelle avec quelqu'un, de force, sans son consentement. [..]
-
πιέζω
verbSi elle ne veut pas me rencontrer, je ne vais pas la forcer.
Αν δε θέλει να με συναντήσει, δεν πρόκειται εγώ να την πιέσω να με δει.
-
αναγκάζω
verbEt bien oui, les Anciens dans le bunker ont été forcés de tout éteindre, y compris l'arme.
Οι Αρχαίοι αναγκάστηκαν να κλείσουν τα πάντα, ακόμα και το όπλο.
-
υποχρεώνω
verbLes gens sont forcés au travail et expulsés de force.
Οι άνθρωποι υποχρεώνονται σε καταναγκαστική εργασία και επανεγκατάσταση με τη βία.
-
εξαναγκάζω
verbIls pourraient tuer l'un de vos enfants pour nous forcer la main.
Αν υπάρχει κάποια ένδειξη, να σκοτώσουν ένα από τα παιδιά μας για να μας εξαναγκάσουν να τους δώσουμε ότι θέλουν.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " forcer " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "forcer" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
αναγκαστική εργασία
-
Βρετανική Βασιλική Αεροπορία
-
εξαντλημένος
-
χτύπημα
-
Brute-force attack
-
αναγκαστική μετανάστευση
-
παραστρατιωτικό σώμα
-
Μαγνητεγερτική δύναμη