Μετάφραση του "foret" σε Ελληνικά

Οι τρυπάνι, δάσος, δρυμός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "foret" σε Ελληνικά.

foret noun masculine γραμματική

Instrument de fer ou d’acier dont on se sert pour faire des trous [..]

+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • τρυπάνι

    noun neuter

    Mes amis, un foret géant est dissimulé dans ce bâtiment.

    Σύντροφοι, μέσα σε αυτό το κτίριο υπάρχει ένα μεγάλο τρυπάνι.

  • δάσος

    noun neuter

    On est allé camper une fois, dans une foret.

    Πήγαμε για κατασκήνωση μια φορά, σε ένα δάσος.

  • δρυμός

    noun masculine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " foret " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "foret"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "foret" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη