Μετάφραση του "fourniture" σε Ελληνικά

Οι προμήθεια, εφοδιασμός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "fourniture" σε Ελληνικά.

fourniture noun feminine γραμματική
+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • προμήθεια

    noun

    Dans le cas des marchés de fournitures, travaux ou services, la mise en concurrence peut être effectuée

    Στην περίπτωση συμβάσεων προμηθειών, έργων ή υπηρεσιών, ο διαγωνισμός προκηρύσσεται

  • εφοδιασμός

    noun

    Si la fourniture de gaz ne reprend pas immédiatement, les conséquences devront être claires et décisives.

    Εάν ο εφοδιασμός σε φυσικό αέριο δεν αρχίσει πάλι άμεσα, αυτό πρέπει να έχει σαφείς και καθοριστικές συνέπειες.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " fourniture " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "fourniture" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "fourniture" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη