Μετάφραση του "fourrer" σε Ελληνικά

Οι γαμώ, συνουσιάζομαι, γεμίζω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "fourrer" σε Ελληνικά.

fourrer verb γραμματική

Pour un homme: Avoir une relation sexuelle avec une femme.

+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • γαμώ

    verb

    (ghamó) [..]

  • συνουσιάζομαι

    verb

    κοιμάμαι(με)

  • γεμίζω

    verb

    Ce mois-ci, les femmes me fourrent des diamants dans les poches.

    Αυτό το μήνα οι γυναίκες γεμίζουν με διαμάντια τις τσέπες μου.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • πηδάω
    • καρφώνω
    • παραγεμίζω
    • κάνω
    • παίρνω
    • κοιμάμαι
    • συνευρίσκομαι
    • πηδώ
    • έχω σεξουαλική επαφή
    • κάνω έρωτα
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " fourrer " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "fourrer" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "fourrer" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη