Μετάφραση του "gigolo" σε Ελληνικά

Το ζιγκολό είναι η μετάφραση του "gigolo" σε Ελληνικά.

gigolo noun masculine

Amant soutenu financièrement

+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ζιγκολό

    noun masculine

    La seule chose qui fait que c'est un gigolo c'est le fait que je l'ai payé.

    Το μόνο που τον κάνει ζιγκολό, είναι το γεγονός ότι τον πλήρωσα.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " gigolo " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "gigolo" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη