Μετάφραση του "gigolo" σε Ελληνικά
Το ζιγκολό είναι η μετάφραση του "gigolo" σε Ελληνικά.
gigolo
noun
masculine
Amant soutenu financièrement
-
ζιγκολό
noun masculineLa seule chose qui fait que c'est un gigolo c'est le fait que je l'ai payé.
Το μόνο που τον κάνει ζιγκολό, είναι το γεγονός ότι τον πλήρωσα.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " gigolo " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη