Μετάφραση του "gomme" σε Ελληνικά

Οι γομολάστιχα, γόμα, καουτσούκ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "gomme" σε Ελληνικά.

gomme noun verb feminine γραμματική

Sorte de caoutchouc qui peut effacer quelque chose écrit avec un crayon ou un stylo.

+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • γομολάστιχα

    noun feminine

    Traduction à trier [..]

  • γόμα

    noun feminine

    Sorte de caoutchouc qui peut effacer quelque chose écrit avec un crayon ou un stylo.

    On a trouvé vos cellules épithéliales dans les particules de la gomme.

    Βρήκαμε τα δικά σου επιθήλια κύτταρα στα σωματίδια από τη γόμα.

  • καουτσούκ

    noun

    “Décollement des câblés”, la séparation des câblés du revêtement de gomme qui les entoure.

    “Αποκόλληση νημάτων”: αποκόλληση νημάτων από το περιβάλλον καουτσούκ.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • λάστιχο
    • ελάστικό κόμμι
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " gomme " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "gomme"

Φράσεις παρόμοιες με "gomme" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "gomme" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη