Μετάφραση του "graphe" σε Ελληνικά

Οι γράφημα, διάγραμμα, γραφική παράσταση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "graphe" σε Ελληνικά.

graphe noun masculine γραμματική

Ensemble d'éléments reliés par des arêtes. Les éléments sont appelés sommets. Formellement, un graphe est un ensemble de sommets et une relation binaire (relation d'adjacence) entre ces sommets.

+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • γράφημα

    neuter

    Et ce graphe résume en quelque sorte le problème.

    Τούτο εδώ το γράφημα ανακεφαλαιώνει ποιο είναι το πρόβλημα.

  • διάγραμμα

    noun neuter

    je les ai fait agrandir sauf pour le graphe de la date.

    τα έχω όλα σε ανάπτυξη, εκτός από το διάγραμμα της ημερομηνίας.

  • γραφική παράσταση

    noun

    Porter sur un graphe les densités optiques des solutions étalons en fonction de la teneur.

    Κατασκευάζεται γραφική παράσταση με τις απορροφήσεις των πρότυπων διαλυμμάτων συναρτήσει της περιεκτικότητας σε εστέρα.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " graphe " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "graphe" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "graphe" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη