Μετάφραση του "gratis" σε Ελληνικά

Οι δωρεάν, τσάμπα, ελεύθερος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "gratis" σε Ελληνικά.

gratis adjective adverb masculine γραμματική

Que l'on peut obtenir sans payer.

+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • δωρεάν

    adjective

    Et quand je serai docteur, je l'accoucherai gratis.

    Περιμένετε μέχρι να γίνω γιατρός. Θα τα ξεγεννήσω δωρεάν!

  • τσάμπα

    adverb

    Si t'as un don, ne l'exerce pas gratis.

    Αv είσαι καλός σε κάτι, μηv το κάvεις ποτέ τσάμπα.

  • ελεύθερος

    adjective masculine

    δωρεάν

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " gratis " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "gratis" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη