Μετάφραση του "gratuit" σε Ελληνικά

Οι δωρεάν, ελεύθερος, τσάμπα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "gratuit" σε Ελληνικά.

gratuit adjective masculine γραμματική

Que l'on peut obtenir sans payer. [..]

+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • δωρεάν

    adjective

    Ma tante a gagné un voyage gratuit pour Hawaï.

    Η θεία μου έχει κερδίσει ένα δωρεάν ταξίδι στη Χαβάη.

  • ελεύθερος

    adjective masculine

    δωρεάν

    Je croyais que l'air était toujours gratuit.

    Νόμιζα ότι ο αέρας ήταν ακόμα ελεύθερος.

  • τσάμπα

    adverb

    J'en ai marre d'avoir du lait gratuit, et je voudrais acheter cette vache.

    Έχω κουραστεί να παίρνω τσάμπα γάλα, και θα ήθελα να αγοράσω αυτή την αγελάδα.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • αβάσιμος
    • ανέξοδος
    • απελευθερώνομαι
    • ξεμπλοκάρω
    • αποδεσμεύω
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " gratuit " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "gratuit" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "gratuit" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη