Μετάφραση του "grenat" σε Ελληνικά
Οι γκρενά, Γρανάτης, γρανάτες είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "grenat" σε Ελληνικά.
grenat
adjective
noun
masculine
γραμματική
-
γκρενά
noun neuter -
Γρανάτης
minéral
Diamants industriels, bruts ou dégrossis; pierre ponce; émeri; corindon et grenat naturels et autres abrasifs naturels
Βιομηχανικά διαμάντια, ακατέργαστα ή απλώς κομμένα, σχισμένα ή προετοιμασμένα για στίλβωση· κισηρόλιθοι (ελαφρόπετρες) · σμύριδα· φυσικό κορούνδιο, φυσικός γρανάτης και άλλα φυσικά λειαντικά
-
γρανάτες
-
Καστανέρυθρο
couleur
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " grenat " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη