Μετάφραση του "gris" σε Ελληνικά

Οι γκρίζος, γκρι, φαιό είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "gris" σε Ελληνικά.

gris adjective noun masculine γραμματική

De couleur grise (1) [..]

+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • γκρίζος

    adjective masculine

    Cet indicateur est violet en solution acide, gris en solution neutre et vert en solution alcaline.

    Ο δείκτης αυτός είναι ιώδης σε όξινο διάλυμα, γκρίζος σε ουδέτερο και πράσινος σε αλκαλικό.

  • γκρι

    adjective neuter

    La couleur intermédiaire entre le noir et le blanc (la couleur du béton, des cendres, et des phoques).

    Mais vous avez choisi un costard gris pour l'enterrer.

    Νομίζω πως διάλεξες ένα γκρι κοστούμι για να τον θάψεις.

  • φαιό

    neuter

    Les pièces de voirie sont faites de fonte grise ou de fonte ductile.

    Τα προϊόντα χύτευσης κατασκευάζονται από φαιό ή όλκιμο χυτοσίδηρο.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • φαιός
    • σταχτί
    • σταχτής
    • Γκρι
    • γκρίζο
    • πολιός
    • ανιαρός
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " gris " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "gris"

Φράσεις παρόμοιες με "gris" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "gris" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη