Μετάφραση του "grotesque" σε Ελληνικά
Οι αλλόκοτος, γκροτέσκ, γραφικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "grotesque" σε Ελληνικά.
grotesque
adjective
noun
masculine
γραμματική
ce qui a une apparence ridicule, comique et bizarre
-
αλλόκοτος
adjectiveAvec eux, au moins, si je suis grotesque, on ne me le fait pas remarquer.
Μ'αυτούς τουλάχιστον, κι αν είμαι αλλόκοτος δεν μου το υπενθυμίζουνε.
-
γκροτέσκ
-
γραφικός
adjectiveπερίεργος, παράξενος, εκκεντρικός
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " grotesque " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη