Μετάφραση του "guidon" σε Ελληνικά

Οι τιμόνι, τιμόνι ποδηλάτου είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "guidon" σε Ελληνικά.

guidon noun masculine γραμματική

Barre qui sert à diriger un vélo, moto ou véhicule semblable.

+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • τιμόνι

    noun neuter

    La direction est assurée au moyen d’un guidon muni de deux poignées sur lesquelles se trouvent les commandes.

    Το όχημα διευθύνεται με τιμόνι που διαθέτει δύο χειρολαβές, οι οποίες περιλαμβάνουν τα όργανα χειρισμού.

  • τιμόνι ποδηλάτου

    noun
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " guidon " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "guidon"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "guidon" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη