Μετάφραση του "hauteur" σε Ελληνικά
Οι ύψος, υψόμετρο, κορυφή είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "hauteur" σε Ελληνικά.
hauteur
noun
feminine
γραμματική
La distance entre le bas et le haut de quelquechose. [..]
-
ύψος
noun neuter masculineEquipement de protection individuelle contre les chutes de hauteur — Liste des termes équivalents
Εξοπλισμός ατομικής προστασίας έναντι πτώσεων από ύψος — Κατάλογος ισοδυνάμων όρων
-
υψόμετρο
noun neuterLa hauteur moyenne des plateaux du Koillismaa est de 240 mètres au dessus du niveau de la mer.
Το μέσο υψόμετρο των υψίπεδων του Koillismaa είναι 240 μέτρα.
-
κορυφή
noun feminineCe n'est qu'à cette période que les alpinistes peuvent réclamer les hauteurs.
Μόνο τώρα μπορούν οι ορειβάτες να φτάσουν στην κορυφή.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- γεωγραφικό πλάτος
- Ύψος
- ακμή
- έξαρμα
- τονικό ύψος
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " hauteur " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "hauteur" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
άλτης του ύψους
-
Μεσοκάθετη ευθύγραμμου τμήματος
-
πολυόροφο κτίριο
-
ύψος πάνω από τη θάλασσα
-
Άλμα εις ύψος · άλμα εις ύψος · άλμα σε ύψος
-
calf boots
-
ύψος καπνοδόχου
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη