Μετάφραση του "herbivore" σε Ελληνικά

Οι φυτοφάγος, φυτοφάγο, χορτοφάγος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "herbivore" σε Ελληνικά.

herbivore adjective noun masculine γραμματική

Un animal qui se nourrit avec des plantes. [..]

+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • φυτοφάγος

    noun masculine

    Un animal qui se nourrit avec des plantes.

    En particulier si tu étais grand et gras, herbivore aux pas pesants.

    " Ειδικά αν είσαι ένα μεγάλος και στρουμπουλός φυτοφάγος. "

  • φυτοφάγο

    noun neuter

    Quel idiot a mis un herbivore et un carnivore dans la même cellule?

    Ποιός ηλίθιος θα έβαζε ένα φυτοφάγο κι ένα σαρκοφάγο ζώο στο ίδιο κελί;

  • χορτοφάγος

    noun masculine

    Comme les deux autres, c'est un herbivore pacifique.

    Σαν τους άλλους δυό γίγαντες, είναι ένας ειρηνικός χορτοφάγος.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • Φυτοφάγο
    • φυτοφάγο ζώο
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " herbivore " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "herbivore" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη