Μετάφραση του "homo" σε Ελληνικά

Οι αδερφίστικος, πούστικος, αδερφή είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "homo" σε Ελληνικά.

homo adjective noun masculine γραμματική

Une personne attirée uniquement ou principalement par les membres du même sexe.

+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αδερφίστικος

    adjective masculine
  • πούστικος

    adjective masculine
  • αδερφή

    noun feminine

    Comme un clodo, un homo, une fugueuse et un enfant trouvé

    Σαν ένας ζητιάνος, μια αδερφή, μια αλήτισσα και ένα βρέφος.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • πούστης
    • ομοφυλόφυλος
    • γκέι
    • ομοφυλόφυλη
    • λεσβία
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " homo " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "homo" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "homo" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη