Μετάφραση του "hydraulique" σε Ελληνικά

Οι υδραυλικός, υδραυλική, Υδραυλική είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "hydraulique" σε Ελληνικά.

hydraulique adjective noun masculine feminine γραμματική

Relatif à l'eau ou à l'hydraulique. [..]

+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • υδραυλικός

    noun masculine

    Tous sens:

    La transmission de direction peut être mécanique, hydraulique, pneumatique, électronique ou combinée;

    Ο μηχανισμός κίνησης μπορεί να είναι μηχανικός, υδραυλικός, πνευματικός, ηλεκτρικός ή σύνθετος.

  • υδραυλική

    noun

    Branche de la science et de la technologie qui s'occupe de la mécanique des fluides, notamment des liquides.

    L’autofrettage, s’il est appliqué, doit être exécuté avant l’épreuve hydraulique.

    Η αυτόματη πρόσδεση, αν χρησιμοποιείται, θα πρέπει να διεξαχθεί πριν από την υδραυλική δοκιμή.

  • Υδραυλική

    Elle a une maîtrise ès sciences en hydraulique.

    Έχει και Διδακτορικό στην Υδραυλική.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " hydraulique " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "hydraulique" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "hydraulique" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη