Μετάφραση του "ignition" σε Ελληνικά

Το ανάφλεξη είναι η μετάφραση του "ignition" σε Ελληνικά.

ignition noun feminine
+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ανάφλεξη

    noun feminine

    Iter doit posséder une capacité de confinement permettant d'obtenir une ignition contrôlée.

    Το Iter πρέπει να έχει ικανότητα συγκράτησης που να επιτρέπει την ελεγχόμενη ανάφλεξη.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " ignition " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "ignition" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "ignition" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη