Μετάφραση του "immobile" σε Ελληνικά
Το ακίνητος είναι η μετάφραση του "immobile" σε Ελληνικά.
immobile
adjective
masculine
γραμματική
Qui n'est pas en mouvement physique. [..]
-
ακίνητος
adjectiveNed, vous devez rester immobile pendant qu'on localise la cible.
Νεντ, θα πρέπει να μείνεις τελείως ακίνητος όσο προσπαθεί να κλειδώσει στον στόχο.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " immobile " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "immobile" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Συνάρθρωση
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη