Μετάφραση του "immunosuppression" σε Ελληνικά

Οι ανοσοκαταστολή, ανοσοανεπάρκεια είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "immunosuppression" σε Ελληνικά.

immunosuppression

Réduction de l'activité ou de l'efficacité du système immunitaire.

+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ανοσοκαταστολή

    noun

    La réponse en anticorps chez les patients présentant une immunosuppression congénitale ou acquise peut être insuffisante

    Η αντισωματική απάντηση σε ασθενείς με ενδογενή ή ιατρογενή ανοσοκαταστολή πιθανόν να είναι ανεπαρκής

  • ανοσοανεπάρκεια

    noun
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " immunosuppression " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "immunosuppression" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη